παρεγγράφω
παρεγγράφω
fut. ψω
to interpolate, Aeschin.; παρεγγραφεὶς πολίτης παρέγγραπτος, Aeschin.
{ "content": "παρεγγράφω\n fut. ψω\n to interpolate, Aeschin.; παρεγγραφεὶς πολίτης παρέγγραπτος, Aeschin.", "key": "pareggra/fw" }