παραψυχή
παραψυχή
παραψῠχή, ἡ,
cooling, refreshment, consolation, Eur.; ἀλγέων π. Eur.; π. τῷ πένθει Dem.
from παραψύ_χω
{ "content": "παραψυχή\n παραψῠχή, ἡ,\n cooling, refreshment, consolation, Eur.; ἀλγέων π. Eur.; π. τῷ πένθει Dem.\n from παραψύ_χω", "key": "parayuxh/" }