παραχειμασία
παραχειμασία
from παραχειμάζω
παραχειμᾰσία, ἡ,
a wintering in a place, Polyb.
{ "content": "παραχειμασία\n from παραχειμάζω\n παραχειμᾰσία, ἡ,\n a wintering in a place, Polyb.", "key": "paraxeimasi/a" }