παραφυλακή
παραφυλακή
παραφῠλᾰκή, ἡ,
a guard, watch, garrison, Polyb.
from παραφῠλάσσω
{ "content": "παραφυλακή\n παραφῠλᾰκή, ἡ,\n a guard, watch, garrison, Polyb.\n from παραφῠλάσσω", "key": "parafulakh/" }