παραφορά
παραφορά
παραφορά, ἡ,
παραφέρομαι
a going aside: of the mind, derangement, Aesch.
{ "content": "παραφορά\n παραφορά, ἡ,\n παραφέρομαι\n a going aside: of the mind, derangement, Aesch.", "key": "parafora/" }