παραφθάνω
παραφθάνω
aor2 παρέφθην
part. act.. παραφθάς
part mid. -φθάμενος
to overtake, outstrip, Il.; εἰ δʼ ἄμμε παραφθαίησι πόδεσσι (Epic 3rd sg. opt.) Il.
{ "content": "παραφθάνω\n aor2 παρέφθην\n part. act.. παραφθάς\n part mid. -φθάμενος\n to overtake, outstrip, Il.; εἰ δʼ ἄμμε παραφθαίησι πόδεσσι (Epic 3rd sg. opt.) Il.", "key": "parafqa/nw" }