παραστάτις
παραστάτις
παραστάτις, ιδος,
fem. of παραστάτης
a helper, assistant, Soph., Xen.
{ "content": "παραστάτις\n παραστάτις, ιδος,\n fem. of παραστάτης\n a helper, assistant, Soph., Xen.", "key": "parasta/tis" }