παρασπόνδησις
παρασπόνδησις
παρασπόνδησις, εως,
a breaking of faith, Polyb.
from παράσπονδος
{ "content": "παρασπόνδησις\n παρασπόνδησις, εως,\n a breaking of faith, Polyb.\n from παράσπονδος", "key": "paraspo/ndhsis" }