παρασκευαστικός
παρασκευαστικός
παρασκευαστικός, ή, όν
from παρασκευάζω
skilled in providing, τινος Xen.
{ "content": "παρασκευαστικός\n παρασκευαστικός, ή, όν\n from παρασκευάζω\n skilled in providing, τινος Xen.", "key": "paraskeuastiko/s" }