παρασκευαστής
παρασκευαστής
παρασκευαστής, οῦ, ὁ,
from παρασκευάζω
a provider, τινος Plat.
{ "content": "παρασκευαστής\n παρασκευαστής, οῦ, ὁ,\n from παρασκευάζω\n a provider, τινος Plat.", "key": "paraskeuasth/s" }