παράπρισμα
παράπρισμα
παρά-πρισμα, ατος, τό,
πρίω
saw-dust, metaph., of poetic phrases, Ar.
{ "content": "παράπρισμα\n παρά-πρισμα, ατος, τό,\n πρίω\n saw-dust, metaph., of poetic phrases, Ar.", "key": "para/prisma" }