παρανομία
παρανομία
παρανομία, ἡ,
transgression of law, decency or order, Thuc., Plat.; ἡ κατὰ τὸ σῶμα π. εἰς τὴν δίαιταν loose and disorderly habits of life, Thuc.
from παράνομος
{ "content": "παρανομία\n παρανομία, ἡ,\n transgression of law, decency or order, Thuc., Plat.; ἡ κατὰ τὸ σῶμα π. εἰς τὴν δίαιταν loose and disorderly habits of life, Thuc.\n from παράνομος", "key": "paranomi/a" }