παρανάλωμα
παρανάλωμα
from παρᾰναλίσκω
παρᾰνάλωμα, ατος, τό,
useless expense, Plut.
{ "content": "παρανάλωμα\n from παρᾰναλίσκω\n παρᾰνάλωμα, ατος, τό,\n useless expense, Plut.", "key": "parana/lwma" }