παραμυθητικός
παραμυθητικός
from παραμῡθέομαι
παραμῡθητικός, ή, όν
consolatory, Arist.
{ "content": "παραμυθητικός\n from παραμῡθέομαι\n παραμῡθητικός, ή, όν\n consolatory, Arist.", "key": "paramuqhtiko/s" }