παραμηρίδιος
παραμηρίδιος
παρα-μηρίδιος, ον,
μηρός
along the thighs; τὰ παραμ. armour for the thighs, cuisses, Xen.
{ "content": "παραμηρίδιος\n παρα-μηρίδιος, ον,\n μηρός\n along the thighs; τὰ παραμ. armour for the thighs, cuisses, Xen.", "key": "paramhri/dios" }