παραληπτέος
παραληπτέος
παραληπτέος, ον,
verb. adj. of παραλαμβάνω
one must produce, μάρτυρας Dem.
{ "content": "παραληπτέος\n παραληπτέος, ον,\n verb. adj. of παραλαμβάνω\n one must produce, μάρτυρας Dem.", "key": "paralhpte/os" }