Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀνάρρησις
ἀναρρίπτω
ἀναρριχάομαι
ἀναρροιβδέω
ἀνάρρυσις
ἀναρρώννυμι
ἀνάρσιος
ἀναρτάω
ἀναρτέομαι
ἀνάρτιος
ἀναρχαΐζω
ἀναρχία
ἄναρχος
ἀνασαλεύω
ἀνασειράζω
ἀνασείω
ἀνασεύομαι
ἀνάσιλλος
ἀνασκάπτω
ἀνασκεδάννυμι
ἀνασκευάζω
View word page
ἀναρχαΐζω
ἀναρχαΐζω ἀρχαῖος to make old again, Anth.
ShortDef
to make old again
Debugging
Headword:
ἀναρχαΐζω
Headword (normalized):
ἀναρχαΐζω
Headword (normalized/stripped):
αναρχαιζω
IDX:
2468
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n2469
Key:
a)narxai/+zw
Data
{'content': 'ἀναρχαΐζω\n ἀρχαῖος\n to make old again, Anth.', 'key': 'a)narxai/+zw'}