παράκοπος
παράκοπος
παράκοπος, ον,
παρακόπτω II
frenzied, frantic, Aesch.; also, παράκοπος φρενῶν Eur.
{ "content": "παράκοπος\n παράκοπος, ον,\n παρακόπτω II\n frenzied, frantic, Aesch.; also, παράκοπος φρενῶν Eur.", "key": "para/kopos" }