παράκοιτις
παράκοιτις
παράκοιτῐς, ῐος, ἡ,
a wife, spouse, Il.; Epic dat. παρακοίτῑ Od.
fem. of παρακοίτης
{ "content": "παράκοιτις\n παράκοιτῐς, ῐος, ἡ,\n a wife, spouse, Il.; Epic dat. παρακοίτῑ Od.\n fem. of παρακοίτης", "key": "para/koitis" }