παρακινητικός
παρακινητικός
from παρακῑνέω
παρακῑνητικός, ή, όν
inclined to insanity: adv., παρακινητικῶς ἔχειν to shew symptoms of insanity, Plut.
{ "content": "παρακινητικός\n from παρακῑνέω\n παρακῑνητικός, ή, όν\n inclined to insanity: adv., παρακινητικῶς ἔχειν to shew symptoms of insanity, Plut.", "key": "parakinhtiko/s" }