παρακινδύνευσις
παρακινδύνευσις
παρακινδύνευσις, εως,
from παρακινδυνεύω
a desperate venture, Thuc.
{ "content": "παρακινδύνευσις\n παρακινδύνευσις, εως,\n from παρακινδυνεύω\n a desperate venture, Thuc.", "key": "parakindu/neusis" }