Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

παραβάπτω
παράβασις
παραβάτης
παραβάτις
παραβατός
παραβιάζομαι
παραβλαστάνω
παραβλέπω
παραβλήδην
παράβλημα
παραβλητέος
παραβλητός
παραβλώσκω
παραβλώψ
παραβοήθεια
παραβοηθέω
παραβολεύομαι
παραβολή
παράβολος
παράβυστος
παραβύω
View word page
παραβλητέος
παραβλητέος παραβλητέος, η, ον, verb. adj. of παραβάλλω to be compared, τινί to one, Plut.

ShortDef

to be compared

Debugging

Headword:
παραβλητέος
Headword (normalized):
παραβλητέος
Headword (normalized/stripped):
παραβλητεος
IDX:
24505
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n24533
Key:
parablhte/os

Data

{'content': 'παραβλητέος\n παραβλητέος, η, ον,\n verb. adj. of παραβάλλω\n to be compared, τινί to one, Plut.', 'key': 'parablhte/os'}