παντολιγοχρόνιος
παντολιγοχρόνιος
παντ-ολῐγο-χρόνιος, ον,
utterly short-lived, Anth.
Headword:
παντολιγοχρόνιος
Headword (normalized):
παντολιγοχρόνιος
Headword (normalized/stripped):
παντολιγοχρονιος
Intro Text:
παντολιγοχρόνιος
παντ-ολῐγο-χρόνιος, ον,
utterly short-lived, Anth.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n24478
No citations.
{
"content": "παντολιγοχρόνιος\n παντ-ολῐγο-χρόνιος, ον,\n utterly short-lived, Anth.",
"key": "pantoligoxro/nios"
}