παντογήρως
παντογήρως
παντο-γήρως, ων,
γῆρας
making all old, i. e. subduing all, Soph.
{ "content": "παντογήρως\n παντο-γήρως, ων,\n γῆρας\n making all old, i. e. subduing all, Soph.", "key": "pantogh/rws" }