Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀναπρήθω
ἀναπτερόω
ἀναπτοέω
ἀναπτύσσω
ἀναπτυχή
ἀναπτύω
ἀνάπτω
ἀναπυνθάνομαι
ἀνάπυστος
ἄναρθρος
ἀναριθμέομαι
ἀναρίθμητος
ἀνάριθμος
ἄναρκτος
ἀνάρμενος
ἀναρμοστέω
ἀναρμοστία
ἀνάρμοστος
ἀναρπαγή
ἀναρπάζω
ἀναρπαστός
View word page
ἀναριθμέομαι
ἀναριθμέομαι Mid. to enumerate, Dem.
ShortDef
to enumerate
Debugging
Headword:
ἀναριθμέομαι
Headword (normalized):
ἀναριθμέομαι
Headword (normalized/stripped):
αναριθμεομαι
IDX:
2445
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n2446
Key:
a)nariqme/omai
Data
{'content': 'ἀναριθμέομαι\n Mid. to enumerate, Dem.', 'key': 'a)nariqme/omai'}