πάνσυρτος
πάνσυρτος
πάν-συρτος, ον,
σύρω
swept all together, αἰὼν πάνσυρτος ἀχέων a life of accumulated woes, Soph.
{ "content": "πάνσυρτος\n πάν-συρτος, ον,\n σύρω\n swept all together, αἰὼν πάνσυρτος ἀχέων a life of accumulated woes, Soph.", "key": "pa/nsurtos" }