πανσυδίῃ
πανσυδίῃ
σεύομαι
with all speed, = πάσῃ τῇ σπουδῇ, Il.; Attic πανσυδίᾳ or πασσυδίᾳ, Eur.—No nom. πανσυδία occurs, cf. πανστρατιά.
{ "content": "πανσυδίῃ\n \n σεύομαι\n with all speed, = πάσῃ τῇ σπουδῇ, Il.; Attic πανσυδίᾳ or πασσυδίᾳ, Eur.—No nom. πανσυδία occurs, cf. πανστρατιά.", "key": "pansudi/h|" }