Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

παλιρρόθιος
παλίρροθος
παλίρροια
παλίρροπος
παλίρροος
παλίρροχθος
παλιρρύμη
παλίρρυτος
παλίσσυτος
παλίωξις
Παλλάδιον
παλλακεύομαι
παλλακή
παλλακίδιον
παλλακίς
Παλλάς
πάλλευκος
Παλληνεύς
Παλλήνη
πάλλω
πάλος
View word page
Παλλάδιον
Παλλάδιον Πᾰλλάδιον, ου, τό, a statue of Pallas, Hdt., Ar.

ShortDef

a statue of Pallas; a court at Athens

Debugging

Headword:
Παλλάδιον
Headword (normalized):
παλλάδιον
Headword (normalized/stripped):
παλλαδιον
IDX:
24230
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n24258
Key:
*palla/dion

Data

{'content': 'Παλλάδιον\n Πᾰλλάδιον, ου, τό,\n a statue of Pallas, Hdt., Ar.', 'key': '*palla/dion'}