παλίνσκιος
παλίνσκιος
πᾰλίν-σκιος, or παλί-σκιος, ον,
shaded over again, thick-shaded, Hhymn., etc.
{ "content": "παλίνσκιος\n πᾰλίν-σκιος, or παλί-σκιος, ον,\n shaded over again, thick-shaded, Hhymn., etc.", "key": "pali/nskios" }