παλιλλογία
παλιλλογία
πᾰλιλλογία, ἡ,
recapitulation, Arist.
retractation, recantation, Theophr.
from πᾰλίλλογος
{ "content": "παλιλλογία\n πᾰλιλλογία, ἡ,\n recapitulation, Arist.\n retractation, recantation, Theophr.\n from πᾰλίλλογος", "key": "palillogi/a" }