Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

παλεύω
παλέω
πάλη
παλιγγενεσία
παλίγγλωσσος
παλιγκαπηλεύω
παλιγκάπηλος
παλίγκοτος
παλίγκραιπνος
παλιλλογέω
παλιλλογία
παλίλλογος
παλίμβαμος
παλιμβλαστής
παλίμβολος
παλιμμήκης
παλιμπετής
παλίμπηξις
παλίμπλαγκτος
παλιμπλάζομαι
παλιμπλανής
View word page
παλιλλογία
παλιλλογία πᾰλιλλογία, ἡ, recapitulation, Arist. retractation, recantation, Theophr. from πᾰλίλλογος

ShortDef

recapitulation

Debugging

Headword:
παλιλλογία
Headword (normalized):
παλιλλογία
Headword (normalized/stripped):
παλιλλογια
IDX:
24175
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n24203
Key:
palillogi/a

Data

{'content': 'παλιλλογία\n πᾰλιλλογία, ἡ,\n recapitulation, Arist.\n retractation, recantation, Theophr.\n from πᾰλίλλογος', 'key': 'palillogi/a'}