παλαιότης
παλαιότης
from πᾰλαιός
πᾰλαιότης, ητος, ἡ,
antiquity, obsoleteness, Eur., Plat.
{ "content": "παλαιότης\n from πᾰλαιός\n πᾰλαιότης, ητος, ἡ,\n antiquity, obsoleteness, Eur., Plat.", "key": "palaio/ths" }