παιδευτικός
παιδευτικός
παιδευτικός, ή, όν
from παιδεύω
of or for teaching: —ἡ -κή (sc. τέχνη) , education, Plat.; so, τὸ παιδευτικόν Plut.
{ "content": "παιδευτικός\n παιδευτικός, ή, όν\n from παιδεύω\n of or for teaching: —ἡ -κή (sc. τέχνη) , education, Plat.; so, τὸ παιδευτικόν Plut.", "key": "paideutiko/s" }