παιδαγωγικός
παιδαγωγικός
παιδᾰγωγικός, ή, όν
suitable to a παιδαγωγός:—ἡ -κή (sc. τέχνη) τῶν νοσημάτων = ἡ ἰατρική, the tending of diseases, Plat.
{ "content": "παιδαγωγικός\n παιδᾰγωγικός, ή, όν\n suitable to a παιδαγωγός:—ἡ -κή (sc. τέχνη) τῶν νοσημάτων = ἡ ἰατρική, the tending of diseases, Plat.", "key": "paidagwgiko/s" }