παγκοίτης
παγκοίτης
παγ-κοίτης, ου, ὁ,
κοίτη
where all must sleep, θάλαμος παγκοίτας, i. e. the grave, Soph.; π. Ἅιδας Soph.
{ "content": "παγκοίτης\n παγ-κοίτης, ου, ὁ,\n κοίτη\n where all must sleep, θάλαμος παγκοίτας, i. e. the grave, Soph.; π. Ἅιδας Soph.", "key": "pagkoi/ths" }