ὀψοποιός
ὀψοποιός
ὀψο-ποιός, οῦ, ὁ,
ποίεω
one who cooks meat, a cook, Hdt.; distinguished from ἀρτοποιός and σιτοποιός, Xen., Plat.
{ "content": "ὀψοποιός\n ὀψο-ποιός, οῦ, ὁ,\n ποίεω\n one who cooks meat, a cook, Hdt.; distinguished from ἀρτοποιός and σιτοποιός, Xen., Plat.", "key": "o)yopoio/s" }