οὐρίθρεπτος
οὐρίθρεπτος
οὐρί-θρεπτος, η, ον
poetic for ὀρείθρεπτος
mountain-bred, Eur.
{ "content": "οὐρίθρεπτος\n οὐρί-θρεπτος, η, ον\n poetic for ὀρείθρεπτος\n mountain-bred, Eur.", "key": "ou)ri/qreptos" }