οὐλοκάρηνος
οὐλοκάρηνος
οὐλο-κάρηνος (ᾰ), ον,
οὖλοs2, κάρηνον
with crisp, curling hair, Od.
οὐλόποδʼ, οὐλοκάρηνα, poet. for ὅλους πόδας, ὅλα κάρηνα, Hhymn.
{ "content": "οὐλοκάρηνος\n οὐλο-κάρηνος (ᾰ), ον,\n οὖλοs2, κάρηνον\n with crisp, curling hair, Od.\n οὐλόποδʼ, οὐλοκάρηνα, poet. for ὅλους πόδας, ὅλα κάρηνα, Hhymn.", "key": "ou)loka/rhnos" }