ὀτρηρός
ὀτρηρός
ὀτρηρός, ά, όν
ὀτρύνω
quick, nimble, busy, ready, Hom., Ar.:—adv. -ρῶς, ὀτραλέως, Od.
{ "content": "ὀτρηρός\n ὀτρηρός, ά, όν\n ὀτρύνω\n quick, nimble, busy, ready, Hom., Ar.:—adv. -ρῶς, ὀτραλέως, Od.", "key": "o)trhro/s" }