ὀστρακόσδερμος
ὀστρακόσδερμος
ὀστρᾰκόσ-δερμος, ον,
δέρμα
with a shell like a potsherd, hard-shelled, Batr.
{ "content": "ὀστρακόσδερμος\n ὀστρᾰκόσ-δερμος, ον,\n δέρμα\n with a shell like a potsherd, hard-shelled, Batr.", "key": "o)strako/sdermos" }