ὀρφανία
ὀρφανία
ὀρφᾰνία, ἡ,
ὀρφᾰνός
orphanhood, Plat.
bereavement, want of, στεφάνων Pind.
{ "content": "ὀρφανία\n ὀρφᾰνία, ἡ,\n ὀρφᾰνός\n orphanhood, Plat.\n bereavement, want of, στεφάνων Pind.", "key": "o)rfani/a" }