ὀρνιθευτικός
ὀρνιθευτικός
ὀρνῑθευτικός, ή, όν
from ὀρνῑθεύω
of or for bird-catching: —ἡ -κή (sc. τέχνη) , the art of bird-catching, fowling, Plat.
{ "content": "ὀρνιθευτικός\n ὀρνῑθευτικός, ή, όν\n from ὀρνῑθεύω\n of or for bird-catching: —ἡ -κή (sc. τέχνη) , the art of bird-catching, fowling, Plat.", "key": "o)rniqeutiko/s" }