Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ὀρεωκόμος
ὁρέω
ὀρθεύω
ὀρθιάδε
ὀρθιάζω
Ὀρθία
ὀρθίασμα
ὄρθιος
ὀρθοβατέω
ὀρθόβουλος
ὀρθοδαής
ὀρθοδίκας
ὀρθοδοξέω
ὀρθόδοξος
ὀρθοδρομέω
ὀρθοέπεια
ὀρθόθριξ
ὀρθόκραιρος
ὀρθόκρανος
ὀρθομαντεία
ὀρθόμαντις
View word page
ὀρθοδαής
ὀρθοδαής ὀρθο-δαής, ές δαῆναι knowing rightly how to do a thing, c. inf., Aesch.

ShortDef

knowing rightly how

Debugging

Headword:
ὀρθοδαής
Headword (normalized):
ὀρθοδαής
Headword (normalized/stripped):
ορθοδαης
IDX:
23541
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n23565
Key:
o)rqodah/s

Data

{'content': 'ὀρθοδαής\n ὀρθο-δαής, ές\n δαῆναι\n knowing rightly how to do a thing, c. inf., Aesch.', 'key': 'o)rqodah/s'}