ἄγνωστος
ἄγνωστος
unknown, τινί; ἄγνωτον ἐς γῆν Eur.; γνωτὰ κοὐκ ἄγνωτά μοι Soph.
not to be known, ἄγνωστόν τινα τεύχειν Od.; ἀγνωστότατοι γλῶσσαν most unintelligible in tongue, Thuc.
{ "content": "ἄγνωστος\n unknown, τινί; ἄγνωτον ἐς γῆν Eur.; γνωτὰ κοὐκ ἄγνωτά μοι Soph.\n not to be known, ἄγνωστόν τινα τεύχειν Od.; ἀγνωστότατοι γλῶσσαν most unintelligible in tongue, Thuc.", "key": "a)/gnwstos" }