Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὀπτασία
ὀπτάω
ὀπτεύω
ὀπτήρια
ὀπτήρ
ὀπτίλος
ὀπτίων
ὀπτός
ὀπυίω
ὀπωπή
ὀπωπητήρ
ὀπώρα
ὀπωρίζω
ὀπωρινός
ὀπωροφορέω
ὀπωροφόρος
ὀπωρώνης
ὅπως δή
ὁπωσοῦν
ὅπως περ
ὅπως ποτέ
View word page
ὀπωπητήρ
ὀπωπητήρ ὀπωπητήρ, ῆρος, ὁ, = ὀπτήρ, Hhymn.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ὀπωπητήρ
Headword (normalized):
ὀπωπητήρ
Headword (normalized/stripped):
οπωπητηρ
IDX:
23457
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n23481
Key:
o)pwphth/r
Data
{'content': 'ὀπωπητήρ\n ὀπωπητήρ, ῆρος, ὁ,\n = ὀπτήρ, Hhymn.', 'key': 'o)pwphth/r'}