Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὁπόσος
ὀπός
ὁπόστος
ὁπόταν
ὁπότε
ὁπότερος
ὁποτέρωθε
ὁποτέρωθι
ὁποτέρωσε
ὅπου
ὄππα
ὀππάτεσσι
ὀπτάζομαι
ὀπταλέος
ὀπτάνιον
ὀπτασία
ὀπτάω
ὀπτεύω
ὀπτήρια
ὀπτήρ
ὀπτίλος
View word page
ὄππα
ὄππα poetic for ὅπα, ὅπη.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ὄππα
Headword (normalized):
ὄππα
Headword (normalized/stripped):
οππα
IDX:
23442
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n23466
Key:
o(/ppa
Data
{'content': 'ὄππα\n poetic for ὅπα, ὅπη.', 'key': 'o(/ppa'}