Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὀνίνημι
ὀνίς
ὀνοβατέω
ὀνομάζω
ὀνομαίνω
ὄνομαι
ὀνομακλήδην
ὀνομακλήτωρ
ὀνομακλυτός
ὄνομα
ὀνομαστί
ὀνομαστός
ὀνοματολόγος
ὀνοματοποιέω
ὄνος
ὀνοστός
ὀνοτάζω
ὀνοτός
ὀνοφορβός
ὄντα
ὄντως
View word page
ὀνομαστί
ὀνομαστί ὀνομάζω by name, Hdt., Thuc.
ShortDef
by name
Debugging
Headword:
ὀνομαστί
Headword (normalized):
ὀνομαστί
Headword (normalized/stripped):
ονομαστι
Intro Text:
ὀνομαστί ὀνομάζω by name, Hdt., Thuc.
IDX:
23298
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n23321
Key:
o)nomasti/
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ὀνομαστί\n \n ὀνομάζω\n by name, Hdt., Thuc.", "key": "o)nomasti/" }