ὁμοδρομία
ὁμοδρομία
ὁμοδρομία, ἡ,
a running together, meeting, Luc.
from ὁμόδρομος
{ "content": "ὁμοδρομία\n ὁμοδρομία, ἡ,\n a running together, meeting, Luc.\n from ὁμόδρομος", "key": "o(modromi/a" }