ὁμόδουλος
ὁμόδουλος
ὁμό-δουλος, ὁ, ἡ,
a fellow-slave, Eur., Plat., etc.; ὁμ. τινος Plat.; τινι Xen.
{ "content": "ὁμόδουλος\n ὁμό-δουλος, ὁ, ἡ,\n a fellow-slave, Eur., Plat., etc.; ὁμ. τινος Plat.; τινι Xen.", "key": "o(mo/doulos" }