Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὀλβοδότης
ὄλβος
ὀλβοφόρος
ὀλέθριος
ὄλεθρος
ὀλέκρανον
ὀλέκω
ὀλεσήνωρ
ὀλεσίθηρ
ὀλεσσιτύραννος
ὀλετήρ
ὀλέτης
ὀλή
ὀλιγάκις
ὀλιγάμπελος
ὀλιγανδρέω
ὀλιγανδρία
ὀλιγανθρωπία
ὀλιγάνθρωπος
ὀλιγαριστία
ὀλιγαρκής
View word page
ὀλετήρ
ὀλετήρ ὄλλυμι a destroyer, murderer, Il.:— fem. ὀλέτειρα, Babr., Anth.
ShortDef
a destroyer, murderer
Debugging
Headword:
ὀλετήρ
Headword (normalized):
ὀλετήρ
Headword (normalized/stripped):
ολετηρ
IDX:
22961
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n22984
Key:
o)leth/r
Data
{'content': 'ὀλετήρ\n ὄλλυμι\n a destroyer, murderer, Il.:— fem. ὀλέτειρα, Babr., Anth.', 'key': 'o)leth/r'}