οἰωνιστικός
οἰωνιστικός
οἰωνιστικός, ή, όν
of or for an omen: ἡ -κή (sc.τέχνη) , augury, Plat.
{ "content": "οἰωνιστικός\n οἰωνιστικός, ή, όν\n of or for an omen: ἡ -κή (sc.τέχνη) , augury, Plat.", "key": "oi)wnistiko/s" }